Μάξι Ροντρίγκες, ο βιονικός (pics, vids)

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια ενός αγοριού που μεγάλωσε χωρίς πατέρα, η λατρεία για τη Νιούελς, η σπουδαία καριέρα σε Ατλέτικο και Λίβερπουλ, η αδιανόητη φυσική κατάσταση μέχρι σήμερα. Ο Μάξι Ροντρίγκεζ δεν είναι ένας τυπικός 36χρονος ποδοσφαιριστής λίγο πριν από τη… σύνταξη. Αυτή είναι η ιστορία του «Κτήνους»..

Οι δημοσιογράφοι είχαν γεμίσει ασφυκτικά την αίθουσα Τύπου του γηπέδου της Νιούελς. Γνώριζαν τι θα ακούσουν, αλλά περίμεναν να δουν πως θα αντιδράσει ο άνθρωπος που θα στεκόταν απέναντί τους. Εμφανίστηκε, κάθισε μπροστά τους και άρχισε να κάνει έναν απολογισμό των τελευταίων πέντε χρόνων.

Από το μεσημέρι της 16ης Ιουλίου 2012 μέχρι σήμερα. Από εκείνη την ημέρα, για την οποία ο ίδιος είχε πει ότι ήταν η πιο ευτυχισμένη της ζωής του. Ήταν η ημέρα της επιστροφής στην ομάδα που λάτρεψε από μικρό παιδί. Κι αφού μίλησε για τα πέντε χρόνια, για τις χαρές και τις λύπες με την κοκκινόμαυρη φανέλα, έβαλε τα κλάματα.

Οι οπαδοί της Νιούελς παρακολούθησαν λίγο αργότερα τον αρχηγό τους να ανακοινώνει την αποχώρησή του από την ομάδα. Χίλια δίκια του έδωσαν. Καμία κακία δεν του κράτησαν. Αυτός ο παίκτης επέστρεψε στα 31 του υπογράφοντας ένα συμβόλαιο ζωής. Σε αυτά τα πέντε χρόνια δεν σκέφτηκε ούτε μια φορά να επαναπαυθεί. Δεν παράτησε ούτε μια ημέρα τις προπονήσεις. Άπαντες έχουν να λένε για έναν εξαιρετικό επαγγελματία, ο οποίος εξακολουθεί να διατηρεί σε άψογη φόρμα το σώμα του (ουδείς, επίσης, έχει να του προσάψει κάτι για την εξωγηπεδική ζωή του) και ο οποίος παρά την προχωρημένη ποδοσφαιρική ηλικία του θεωρείται ο πιο ποιοτικός παίκτης του πρωταθλήματος στην πατρίδα του. Θα είναι πάντα το… κτήνος!

Loading...

Αυτός είναι ο Μάξι Ροντρίγκεζ σήμερα. Ένας γεννημένος ηγέτης, ναι ο ιδανικός για να λειτουργήσει ως αντίβαρο μέσα στα αποδυτήρια του Παναθηναϊκού μετά την αποχώρηση του Μάρκους Μπεργκ. Αυτός που θα πάρει την ομάδα πάνω του, αυτός που θα σταθεί πατρικά και συμβουλευτικά δίπλα στους πιτσιρικάδες, αυτός τον οποίο ο Μαρίνος Ουζουνίδης θα μπορεί να εμπιστευθεί με κλειστά μάτια γνωρίζοντας την απίστευτη ποιότητα και κλάση του. Κι αυτός ο παίκτης, ο οποίος παρά τα 36 του χρόνια θα προσφέρει ουσιαστικά όχι ως… παλαίμαχος, αλλά ως εν ενεργεία. Το δείχνουν, άλλωστε, όλες οι προηγούμενες σεζόν του με τη Νιούελς στην οποία συνέθεσε ένα φανταστικό δίδυμο με τον Νάτσο Σκόκο: γεμάτες σε συμμετοχές, αρκετά γκολ. Μόνο τη φετινή σεζόν έπαιξε 26 φορές και πέτυχε εννέα γκολ.

Όσοι γνωρίζουν τον Μάξι από κοντά υποστηρίζουν ότι τα δύσκολα παιδικά χρόνια του ήταν αυτά που επηρέασαν καταλυτικά τον εξαιρετικό χαρακτήρα του εντός και εκτός γηπέδων. Πολύ εσωστρεφής και ιδιαίτερα ντροπαλός. Και πάντα ταπεινός. Δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα του, μεγάλωσε στο φτωχικό σπίτι των παππούδων του, του Χοσέ και της Μπεατρίζ, με τη μητέρα του, Κλαούντια, να λείπει τις περισσότερες ώρες της ημέρας αναζητώντας μεροκάματα από ΄δω και από ΄κει. Έτσι, έμαθε να εκτιμά τα λίγα, αυτά που αποκτήθηκαν με κόπους και θυσίες. Και από σεβασμό προς τη μάνα που είχε διπλό ρόλο μέσα στο σπίτι, δεν την ρώτησε ποτέ ποιος είναι ο πατέρας του.

Ακολούθησε το PAOnea στο Facebook:

Μερικά τετράγωνα από το γήπεδο της Νιούελς στο Ροζάριο ήταν το σπίτι. Ο παππούς Χοσέ είναι αυτός που ενεργεί ως πρώτος προπονητής του μικρού Μάξι, αλλά ο εγγονός αντιδρά έντονα όταν του λέει ότι θέλει να τον γράψει στις ακαδημίες της Ροζάριο Σεντράλ. Θα προτιμούσε να μην ξαναπαίξει μπάλα αν ήταν να πάει εκεί. Μόνο η Νιούελς ήταν στο μυαλό του.

Έπαιξε σε όλες τις μικρές κατηγορίες με τη φανέλα της και τον Νοέμβριο του 1999 έκανε ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα. Μέσα σε τρεις σεζόν εντυπωσίασε τους πάντες και στα 21 του ήταν ήδη ώριμος για το ταξίδι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Όπως συμβαίνει με τους περισσότερους συμπατριώτες του, προορισμός ήταν η Ισπανία. Βασικός και αναντικατάστατος από την αρχή. Τρεις σεζόν έμεινε στη Βαρκελώνη και έπαιξε 37 παιχνίδια σε κάθε μία πετυχαίνοντας συνολικά 26 γκολ, τα 15 από αυτά την τελευταία περίοδο της παραμονής του εκεί. Και έβλεπε πάντα πιο ψηλά.

Η Ατλέτικο Μαδρίτης θα τον αγοράσει το καλοκαίρι της σεζόν 2005-06 έναντι πέντε εκατομμυρίων ευρώ. Και πάλι είναι εντυπωσιακός κάνοντας γεμάτες σεζόν με εξαίρεση την δεύτερη σεζόν του στο «Βιθέντε Καλδερόν» όταν ο τραυματισμός του από τον συμπαίκτη του Μάρτιν Πετρόφ τον υποχρέωσε να μείνει εκτός αγωνιστικής δράσης για μεγάλο χρονικό διάστημα και τελικά να παίξει μόνο σε δέκα παιχνίδια. Μετά την αποχώρηση του Φερνάντο Τόρες για τη Λίβερπουλ, το 2007, ο Αργεντινός έγινε και ουσιαστικά ο αρχηγός των «ροχιμπλάνκος» παίρνοντας το περιβραχιόνιο.

Έχοντας συμπληρώσει πια επτά χρόνια στην Πριμέρα Ντιβιζιόν και έχοντας πια δημιουργήσει «όνομα» στην Ευρώπη, τον Ιανουάριο του 2010 αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι… διαφορετικό. Και η Λίβερπουλ του έδωσε την ευκαιρία. Ο Ράφα Μπενίτεθ τον ήθελε σαν τρελός. Ο Ισπανός τεχνικός μιλούσε δημόσια τότε για τον παίκτη «ο οποίος έχει τρομερή άνεση με τη μπάλα στα πόδια, που μπορεί να δημιουργήσει παιχνίδι, να κρατήσει τη μπάλα, να μπει στην περιοχή και να σκοράρει». Γνωρίζοντας τον Τόρες από την Ατλέτικο, ο Μάξι Ροντρίγκεζ βοήθησε πολύ στις πρώτες σεζόν με τις ασίστ του.

Πήρε το «10» τη σεζόν 2010-11, κατά την οποία πέτυχε δέκα γκολ για τους «κόκκινους», σκοράροντας μάλιστα και δύο χατ τρικ κόντρα σε Μπέρμιγχαμ και Φούλαμ. Στο δεύτερο, μάλιστα, βρήκε δίχτυα δύο φορές στα πρώτα επτά λεπτά, πετυχαίνοντας το πρώτο γκολ μόλις στα 23 δευτερόλεπτα με φοβερό σουτ από τα 25 μέτρα! Αυτή ήταν η πιο γεμάτη σεζόν του στο «Άνφιλντ», με 28 παιχνίδια πρωταθλήματος.

O Ροντρίγκεζ, βέβαια, είχε ήδη κάνει αίσθηση και με την παρουσία του στην εθνική ομάδα της Αργεντινής. Το Moυντιάλ του 2006, το πρώτο της καριέρας του στα 25 του, τον σημάδεψε. Ήταν καταπληκτικός. Πέτυχε δύο γκολ κόντρα στη Σερβία στους ομίλους και κράτησε τη φανέλα εκείνου του αγώνα για να την χαρίσει στην γιαγιά Μπεατρίζ, η οποία παρακολουθούσε από την τηλεόραση γεμάτη περηφάνια τον εγγονό της. Η μαμά Κλαούντια ήταν στις εξέδρες και έβλεπε από κοντά τον γιο της να κάνει απίστευτα πράγματα μέσα στο γήπεδο.

Το γκολ της ζωής του, βέβαια, ο Μάξι το έβαλε λίγες ημέρες αργότερα. Κόντρα στο Μεξικό πέτυχε μια αδιανόητη γκολάρα, χαρίζοντας στην Αργεντινή την πρόκριση στα προημιτελικά και κάνοντας όλο τον ποδοσφαιρικό πλανήτη να παραμιλά με την τεχνική του. «Αυτό είναι το γκολ της ζωής μου» θα πει λίγη ώρα μετά. Εντάξει, εκείνο το βράδυ δεν κατάφερε να κοιμηθεί, το γκολ ερχόταν ξανά και ξανά στο μυαλό του, τον… ζάλιζαν o Kρέσπο, ο Ρικέλμε, ο Καμπιάσο, ο Σαβιόλα, ο Μιλίτο, ο Σορίν (που του έβγαλε την ασίστ) με την… απόθεωσή τους. Ο Λιονέλ Μέσι ήταν ακόμα μικρός για να τον πειράξει! Ο σούπερ σταρ της Μπαρτσελόνα τότε απλά περιοριζόταν στο να θαυμάζει έναν από τους πρωταγωνιστές της «μπιανκοσελέστε» του Χοσέ Πέκερμαν.

Σε άλλα δύο Παγκόσμια Κύπελλα ταξίδεψε με την εθνική ομάδα της πατρίδας του ο Μάξι, σπουδαίος ανάμεσα σε σπουδαίους σε όλα, παρά το γεγονός ότι η Αργεντινή δεν κατάφερε να φτάσει στην κατάκτηση του πολυπόθητου τροπαίου ούτε στη Γερμανία, ούτε κατόπιν στη Νότια Αφρική και στη Βραζιλία.

Στο τέλος κάθε σεζόν, όταν γύριζε στο Ροζάριο, στη γειτονιά του, στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, οι οπαδοί της Νιούελς του ζητούσαν να επιστρέψει στην ομάδα από την οποία άρχισε την καριέρα του. Μετά από δέκα χρόνια στα ευρωπαϊκά γήπεδα, το καλοκαίρι του 2012, ο Μάξι αισθανόταν πια ότι η ώρα του γυρισμού είχε φτάσει. Ήθελε και οι δυο κόρες του να ζήσουν στην πόλη που γεννήθηκε ο πατέρας του. Η απόφαση δεν ήταν δύσκολη. Νιούελς και πάλι. Έφυγε στα 21 του και γύρισε στα 31 του.

Από εκείνο το μεσημέρι της 13ης Ιουλίου 2012 μέχρι σήμερα, φορώντας τη φανέλα που αγάπησε όσο καμιά άλλη, μέχρι να αποχωρήσει με δάκρυα στα μάτια κατάφερε να ικανοποιήσει και την ανεκπλήρωτη επιθυμία του: μερικούς μήνες μετά την επιστροφή του η ομάδα κατέκτησε το πρωτάθλημα…

Ακολούθησε το PAOnea στο Facebook:
Πηγή SDNA

Διαβάστε ακόμη